Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

Βασίλεμα


Και να που ο ήλιος
σα κιούπι πύρινο, αχνιστό
τον κόρφο του ανοίγει.
Και είναι ετούτη η αφοβιά
που βασιλιά, στα πορφυρά,
τον ντύνει

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Αντιγόνη

Η απόφαση πάρθηκε.
Χρυσός κι ατσάλι η ψυχή
αγκαλιάζει τη θέληση.
Και τότε βγαίνει ο μέγας άρχοντας
- από ώρα τον καρτερούσαν οι παλιάτσοι
στα παγωμένα στασίδια του θεάτρου.
Η φωνή του διαπεραστική αγριεύει τον αγέρα.
Αδιάφορα αυτός μιλάει για δίκιο,
βρίσκει τους δίκιους και τους παινεύει
βρίσκει τους άδικους και μαζί την τιμωρία τους.
Μυρίζει τα κουφάρια τους
που σα σκιές δέρνονται στον Άδη.
"Εγώ είμαι πάνω απ' όλους", φωνάζει
"η ζωή σκύβει μπροστά μου το κεφάλι
ο θάνατος στα χέρια μου παιχνίδι.
Κι αν η ψυχή φωνάζει
ο νόμος ας μείνει ο δυνατός"
Οι άλλοι γύρω του ακούαν.

Σιωπή! Αυτός είναι ο άρχοντας,
ο πρώτος στην πολιτεία ετούτη
κανείς λοιπόν ας μην αντιμιλήσει.
Μα μια κραυγή ακούγεται
σα πληγωμένου ζώου
με την πληγή καυτή και χολιασμένη.
"Άμυαλε! Άμυαλε, άδικος γίνεσαι
μες στη δικιά σου δικαιοσύνη.
Ο Άνθρωπος είναι μικρός
μα έχει μεγάλο Χρέος.
Ποιος είσαι εσύ του λόγου σου
να κρίνεις τον προδότη;
Κι αν πέσει η τιμωρία σου σαν κεραυνός
επάνω στην ματιά μου
ο Αγώνας μου τον φόβο τονε διώχνει.
ΟΧΙ! Δε σε φοβάμαι άρχοντα.
Τις απειλές λοιπόν σταμάτα".
Τα λόγια τούτα ξάφνιασαν.
Οι παλιάτσοι στα στασίδια τους
ένιωθαν ανακούφιση πίσω απ' το μασκάρεμά τους.
Ανακαθίσαν στα μεριά τους περιμένοντας...

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

Πάντα από μια στέγη κρέμεται...


...μάνας νανούρισμα, γερμένο στην άγουρη την κούνια
...γέλια παιδιών, το σούρουπο στην πέτρινη αυλή
...άντρα τραγούδι π' απόκαμε και στέργει στη σκιά
...θρήνος που στο πρεβάζι απλώθηκε, το μάνταλο σφαλώντας

...πόθος πνιχτός ανύποτος, φωτιά στη νύχτα μέσα...

Πάντα μια στέγη ...

Όσο γερά αυτή αντιστέκεται

ο αχός δεν ξεθωριάζει.

Μένει να αντιλαλεί

στη γη που τον εγέννησε.

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Καραβάνι


Το καραβάνι φόρτωνε ολημερίς.
Πράματα ατελείωτα.
Και στην ξανασαιμιά της μέρας
τράβηξε κρυμμένο στη σκόνη,

στα ήσυχα νερά του ξεψυχισμένου ήλιου.


Η νύχτα αλάργα έσφιγγε με πόνο

τα πλατιά τα μέτωπα.

Οι φωνές μαραίνονταν
και τα παραμύθια σιωπούσαν

προσμένοντας βροχή μακρινή

να γυαλίσει λόγια απαλά

που όχι δίχως κόπο

τ' αγκάλισε φευγάτος άνεμος.


Σιωπή.

Τ' αυτιά κοχύλες που σουρρίζουν θάλασσα

κι ο νους ντύνει ξωτικά και στήνει λάμιες
στις ρόδες απ' τ' αμάξια:


"Κι αν είν' τούτα τα ξωτικά
να μας πάρουν μακριά
ας είναι ευλογημένα.

Τούτος ο τόπος δέθηκε σφιχτά με το σκοτάδι"