
Το καραβάνι φόρτωνε ολημερίς.
Πράματα ατελείωτα.
Και στην ξανασαιμιά της μέρας
τράβηξε κρυμμένο στη σκόνη,
στα ήσυχα νερά του ξεψυχισμένου ήλιου.
Η νύχτα αλάργα έσφιγγε με πόνο
τα πλατιά τα μέτωπα.
Οι φωνές μαραίνονταν
και τα παραμύθια σιωπούσαν
προσμένοντας βροχή μακρινή
να γυαλίσει λόγια απαλά
που όχι δίχως κόπο
τ' αγκάλισε φευγάτος άνεμος.
Σιωπή.
Τ' αυτιά κοχύλες που σουρρίζουν θάλασσα
κι ο νους ντύνει ξωτικά και στήνει λάμιες
στις ρόδες απ' τ' αμάξια:
"Κι αν είν' τούτα τα ξωτικά να μας πάρουν μακριά
ας είναι ευλογημένα.
Τούτος ο τόπος δέθηκε σφιχτά με το σκοτάδι"